Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Εξωσωματική γονιμοποίηση και νέες, πρωτοποριακές μέθοδοι

Εξωσωματική γονιμοποίηση και νέες, πρωτοποριακές μέθοδοι

Γράφει η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΔΕΛΗ, BSc, MSc κλινικός Εμβρυολόγος Embio Medical Center και ο ΘΑΝΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ, γυναικολόγος -μαιευτήρας, paraschos@ivf-emryo.gr www.ivf-embryo.gr



Εχουν περάσει περίπου 32 χρόνια από τη γέννηση της Λουίζ Μπράουν (1978, Αγγλία), του πρώτου παιδιού που ήρθε στον κόσμο με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης, και δυστυχώς ο αριθμός των ζευγαριών που έρχονται αντιμέτωπα με το πρόβλημα της μειωμένης γονιμότητας συνεχώς αυξάνεται -υπολογίζεται ότι ανέρχεται σε πολλές χιλιάδες παγκοσμίως.

Τα ζευγάρια που καταφεύγουν στη βοήθεια των γιατρών προκειμένου να πραγματοποιήσουν το όνειρο της τεκνοποίησης είναι πολλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ποικίλα. Ευτυχώς, όμως, η πρόοδος της Ιατρικής και της Βιολογίας στον τομέα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι εντυπωσιακή. Σήμερα, η εφαρμογή σύγχρονων ιατρικών μεθόδων δίνει λύσεις σε αξεπέραστα μέχρι πρότινος προβλήματα γονιμότητας, κάνοντας το μέλλον να φαντάζει ευοίωνο.

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής (άγχος, διατροφή, κάπνισμα κ.ά.) οδηγεί στην εμφάνιση προβλημάτων σε κάποιο από τα στάδια της φυσιολογικής πορείας γονιμοποίησης και σύλληψης, με αποτέλεσμα την αδυναμία τεκνοποίησης. Ανωμαλίες στον αριθμό, στη συγκέντρωση και στη μορφολογία των σπερματοζωαρίων, η ενδομητρίωση, η αδυναμία ωορρηξίας και οι φραγμένες σάλπιγγες είναι κάποια από τα πιο συνήθη προβλήματα που ευθύνονται για την υπογονιμότητα των ζευγαριών. Οταν ένα ζευγάρι δεν καταφέρει να συλλάβει έπειτα από ένα έτος συστηματικών (1-2 φορές την εβδομάδα) σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισυλληπτική προστασία, θεωρείται υπογόνιμο. Διεθνώς, το 15% των ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με διάφορες επιδημιολογικές μελέτες και εκτιμήσεις του ΠΟΥ, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 8-12%. Η Ιατρική και η Βιολογία, προσπαθώντας να δώσουν λύση στα προβλήματα αυτά, χρησιμοποιούν μια σειρά μεθόδων περισσότερο ή λιγότερο παρεμβατικών.

Στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης της υπογονιμότητας είναι η χορήγηση ορμονών προκειμένου να διεγερθούν κατάλληλα οι ωοθήκες, ώστε να παραγάγουν περισσότερα του ενός ωάρια. Πιο συγκεκριμένα, τα φάρμακα που δίνονται προκαλούν πολλαπλή ανάπτυξη ωοθυλακίων στις ωοθήκες και έτσι αυξάνουν τον αριθμό των παραγόμενων ωαρίων και, κατά συνέπεια, την πιθανότητα σύλληψης ανά κύκλο. Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως με τη χορήγηση γοναδοτροπινών. Η μέθοδος αυτή συνήθως συνδυάζεται και με σπερματέγχυση (IUI).

Υστερα από αποτυχημένες προσπάθειες με τη μέθοδο της σπερματέγχυσης, αλλά και σε περιπτώσεις όπου έχουμε φραγμένες σάλπιγγες ή και αδύναμο σπέρμα, το ζευγάρι υποβάλλεται σε έναν πλήρη κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης. Η γυναίκα ακολουθεί κατάλληλη ορμονική θεραπεία και, αφού κριθεί ότι τα ωοθηλάκια έχουν φτάσει στο τελικό στάδιο ωρίμανσης, προγραμματίζεται η ωοληψία. Η τελευταία γίνεται μέσω διακολπικής παρακέντησης των ωοθυλακίων με συνεχή υπερηχογραφικό έλεγχο. Τα ωάρια εντοπίζονται, καθαρίζονται, χωρίζονται ανάλογα με το στάδιο ωρίμανσής τους και τοποθετούνται σε καλλιεργητικό θρεπτικό υλικό μέσα σε Petri dish (τριβλία καλλιέργειας κυττάρων). Παράλληλα, την ημέρα της ωοληψίας ο σύζυγος χορηγεί το σπέρμα του. Το δείγμα υφίσταται ειδική επεξεργασία με σκοπό να απομονωθούν σε μικρό όγκο τα πλέον κινητά και ομαλής μορφολογίας σπερματοζωάρια. Η διαδικασία αυτή ενεργοποιεί τα σπερματοζωάρια και τα καθιστά ικανά να γονιμοποιήσουν τα ωάρια.

Μερικές ώρες μετά την ωοληψία και την κατάλληλη επεξεργασία του σπέρματος, τα ωάρια και τα σπερματοζωάρια έρχονται σε επαφή. Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: στην απλή εξωσωματική γονιμοποίηση IVF τα ωάρια απλά τοποθετούνται σε μεγάλη συγκέντρωση σπερματοζωαρίων. Κάποιο από αυτά θα γονιμοποιήσει το ωάριο, διαπερνώντας την εξωτερική του μεμβράνη. Σε περιπτώσεις ανδρικής υπογονιμότητας, πραγματοποιείται μικρογονιμοποίηση ICSI, δηλαδή η τοποθέτηση ενός σπερματοζωαρίου μέσα στο ωάριο με τη βοήθεια μικροπιπέτας. Τα ωάρια τοποθετούνται σε ειδικά τριβλία μέσα σε κλιβάνους και το επόμενο πρωί ελέγχεται η γονιμοποίηση. Δύο ή τρεις μέρες μετά την ωοληψία πραγματοποιείται η εμβρυομεταφορά, η τοποθέτηση δηλαδή των εμβρύων στη μήτρα της γυναίκας. Συνήθως μεταφέρονται από δύο έως τρία έμβρυα, τα οποία βρίσκονται στο στάδιο των 2-4 κυττάρων ή στο στάδιο των 6-8 κυττάρων, αν η μεταφορά γίνει τη δεύτερη με τρίτη ημέρα μετά την ωοληψία. Αν περισσέψουν περισσότερα από ένα έμβρυα καλής ποιότητας, αυτά μπορούν να καταψυχθούν και να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον.

Εξωσωματική χωρίς φάρμακα (In Vitro Maturation - IVM)

Η In-Vitro ωρίμανση ωαρίων είναι μια νέα, επαναστατική μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, που εφαρμόστηκε στη χώρα μας με επιτυχία πριν από τρία χρόνια σε ασθενή ο οποίος έπασχε από καρκίνο. Με τη διαδικασία αυτήν οι γυναίκες αποφεύγουν τη λήψη ορμονικής θεραπείας, προκειμένου να παραγάγουν μεγάλο αριθμό ώριμων ωαρίων. Αντίθετα, ανώριμα ωάρια συλλέγονται από τις ωοθήκες τους και ωριμάζουν στο εργαστήριο για 24 με 48 ώρες. Το κυριότερο πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι δεν χορηγούνται στις γυναίκες φάρμακα ορμονικής διέγερσης ή γοναδοτροπίνες πριν από την ημέρα της συλλογής των ωαρίων. Κατά συνέπεια, αποφεύγονται οι ποικίλες παρενέργειες των φαρμάκων, με πιο συνηθισμένο το σύνδρομο της υπερδιέγερσης των ωοθηκών. Τα ωάρια συλλέγονται ανώριμα και, αφού ωριμάσουν στο εργαστήριο, είτε γονιμοποιούνται, και τα έμβρυα μεταφέρονται στη μήτρα της γυναίκας, είτε καταψύχονται αγονιμοποίητα με τη μέθοδο της υαλοποίησης για να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον. Η τεχνική αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε γυναίκες οι οποίες κινδυνεύουν να χάσουν πρόωρα τη γονιμότητά τους (π.χ. λόγω χημειοθεραπείας) ή σε γυναίκες οι οποίες θέλουν να μεταθέσουν τη δημιουργία οικογένειας σε μεταγενέστερη χρονική περίοδο.

Κατάψυξη ωαρίων με υαλοποίηση (vitrification)

Μια από τις πλέον επαναστατικές μεθόδους που εφαρμόζει πλέον η σύγχρονη επιστήμη είναι η υαλοποίηση, δηλαδή η μέθοδος ταχείας κρυοσυντήρησης ωαρίων και εμβρύων. Είναι μια σχετικά απλή και ταχύτατη μέθοδος κατάψυξης. Η διαδικασία της περιλαμβάνει την τοποθέτηση ωαρίων και εμβρύων σε μικρό όγκο κατάλληλου αντιψυκτικού για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια την ψύξη τους με πολύ γρήγορο ρυθμό, γεγονός που μειώνει σημαντικά τη δημιουργία κρυστάλλων στο κυτταρόπλασμα των ωαρίων/εμβρύων. Μετά την υαλοποίηση, τα ωάρια και τα έμβρυα φυλάσσονται σε δοχεία υγρού αζώτου, μέχρι τη στιγμή που θα αποψυχθούν για να χρησιμοποιηθούν. Η υαλοποίηση, ως τεχνική κατάψυξης, αποτελεί μέθοδο ρουτίνας στο εμβρυολογικό εργαστήριο της μονάδας μας.

Προεμφυτευτική διάγνωση (PGD-PGS) -Preimplantation Diagnosis/Screening

Παράλληλα, η εξέλιξη των τεχνικών μοριακής και κυτταρικής γενετικής δίνει τη δυνατότητα στα ζευγάρια να αποκτήσουν υγιή παιδιά, χωρίς γενετικές και χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Η τεχνική του PGD (προεμφυτευτική γενετική διάγνωση), η οποία εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με την εξωσωματική γονιμοποίηση ανιχνεύουν γενετικά νοσήματα του εμβρύου πριν μεταφερθεί στη μητρική κοιλότητα. Η τεχνική του PGD/PGS περιλαμβάνει τη βιοψία εμβρύων που βρίσκονται στο στάδιο των 6-10 κυττάρων. Οι εμβρυολόγοι, με τεχνικές μικροχειρισμού, δημιουργούν μια οπή στη διαφανή ζώνη του εμβρύου, συνήθως με laser, και με τη χρήση ειδικής μικροπιπέτας αναρροφώνται ένα ή δύο κύτταρα. Το γενετικό υλικό από αυτά τα κύτταρα αναλύεται, επιτρέποντας την ανίχνευση γενετικών ανωμαλιών. Ανάλογα με το είδος της διάγνωσης που απαιτείται, εφαρμόζεται η αντίστοιχη τεχνική, δηλαδή το PCR (Polymerase Chain Reaction), για γονιδιακές μεταλλάξεις, ή FISH (Fuorescent in Situ Hybridization) για χρωμοσωμικές ανωμαλίες και για καθορισμό του φύλου, σε περιπτώσεις όπου έχουμε φυλοεπηρεαζόμενα ή φυλοπεριορισμένα γενετικά νοσήματα. Μετά την ανάλυση, μόνο τα φυσιολογικά έμβρυα επιλέγονται για μεταφορά στη μήτρα, αυξάνοντας έτσι το ποσοστό επιτυχίας. Πολλά ζευγάρια ζητούν προεμφυτευτικό έλεγχο για ασθένειες όπως η μεσογειακή αναιμία, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, η κυστική ίνωση, η μυϊκή δυστροφία, και άλλα.

Υποβοηθούμενη εκκόλαψη (assisted hatching)

Σε μια προσπάθεια να αυξηθούν οι πιθανότητες εμφύτευσης των εμβρύων στη μήτρα, τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται μια νέα τεχνική που ονομάζεται «υποβοηθούμενη εκκόλαψη» (assisted hatching). Η τεχνική αυτή περιλαμβάνει τη λέπτυνση ή τη δημιουργία μιας μικρής οπής της διαφανούς ζώνης που περιβάλλει το έμβρυο με ειδικούς μικροχειρισμούς. Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται κυρίως σε έμβρυα γυναικών προχωρημένης ηλικίας, τα οποία έχουν συνήθως πιο παχιά και σκληρή ζώνη που εμποδίζει την εμφύτευσή τους στο ενδομήτριο της ασθενούς. Παρατηρείται αυξημένη ζήτηση για την εφαρμογή αυτής της τεχνικής, γεγονός που οφείλεται στον διαρκώς αυξανόμενο μέσον όρο ηλικίας των γυναικών οι οποίες καταφεύγουν στην εξωσωματική γονιμοποίηση.

Γενετική τυποποίηση των εμβρύων

Σε σχέση με την προεμφυτευτική διάγνωση, έχουμε την ικανότητα να πραγματοποιήσουμε ανθρώπινο λευκοκυτταρικό αντίγονο (HLA) - τυποποίηση εμβρύου. Υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την τυποποίηση εμβρύου, η οποία επιτρέπει στους γονείς να συλλάβουν ένα παιδί που θα είναι ικανό να δώσει ιστοσυμβατά γενεαλογικά κύτταρα, ώστε να σώσει τη ζωή ασθενούς συγγενικού προσώπου. Τα γενεαλογικά κύτταρα αποκτώνται από τον ομφάλιο λώρο την στιγμή της γέννησης και στη συνέχεια μεταφέρονται στο ασθενές συγγενικό πρόσωπο. Αυτή η προσέγγιση έχει χρησιμοποιηθεί για να θεραπεύσει παιδιά που πάσχουν από διάφορες μορφές κληρονομικής αναιμίας, καθώς και σε παιδιά που πάσχουν από λευχαιμία.

Βλαστικά κύτταρα (stem cells)

Τα βλαστικά κύτταρα είναι αρχέγονα, μη διαφοροποιημένα πολυδύναμα κύτταρα, που μπορούν να διαχωρίζονται και να ανανεώνονται για αρκετό διάστημα, μέχρι να διαφοροποιηθούν σε πολύτιμους κυτταρικούς τύπους, όπως κύτταρα καρδιακού μυός, νευρικά κύτταρα, κύτταρα νησίδων Langerhans για παραγωγή ινσουλίνης κ.ά. Τέτοια είναι τα κύτταρα όλων των εμβρύων στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους (5-6 ημέρες μετά τη γονιμοποίηση), και είναι υπεύθυνα για τη δημιουργία ολόκληρου του ανθρώπινου οργανισμού. Πλούσιο σε βλαστικά κύτταρα είναι και το αίμα του ομφάλιου λώρου, το οποίο απορρίπτεται μετά τον τοκετό. Τα κύτταρα αυτά μπορούν να καταψυχθούν και να χρησιμοποιηθούν -αν χρειαστεί- για κυτταρικές θεραπείες (χορήγηση κατάλληλων κυττάρων και διαφοροποίησή τους στον οργανισμό) ή για μεταμοσχεύσεις (δημιουργία στο εργαστήριο ολόκληρου οργάνου και μεταμόσχευσή του στον οργανισμό). Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται μέχρι στιγμής κυρίως για την αντιμετώπιση της λευχαιμίας.

ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ENET.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου