Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Υστεροσκόπηση - Ysteroskophsh

Η υστεροσκόπηση είναι μια πρωτοποριακή μέθοδος εξέτασης της ενδομητρικής κοιλότητας

Η υστεροσκόπηση είναι μια πρωτοποριακή μέθοδος εξέτασης της ενδομητρικής κοιλότητας (εσωτερικό της μήτρας). Με την υστεροσκόπηση εξετάζεται το εσωτερικό της μήτρας με μεγάλη ακρίβεια και αξιοπιστία και αποτελεί διαγνωστική αλλά και θεραπευτική μέθοδο της υπογόνιμης γυναίκας.

Η υστεροσκόπηση πραγματοποιείται τις περισσότερες φορές για τη διάγνωση και τη θεραπεία της αιμορραγίας της μήτρας ή της βαριάς έμμηνου ρύσεως. Αυτές οι διαταραχές μπορεί να προκληθούν όχι μόνο λόγω ορμονικής ανισορροπίας, αλλά επίσης εξαιτίας καλοηθών αναπτύξεων όπως οι καλοήθεις όγκοι – ινομυώματα ή οι πολύποδες. Άλλες καταστάσεις που μπορεί να διαγνωσθούν ή να θεραπευθούν με την υστεροσκόπηση είναι η υπογονιμότητα που προκαλείται από αποφράξεις ή συμφύσεις κοντά στα ανοίγματα των σαλπίγγων, καθώς και άλλες διαταραχές όπως η μη φυσιολογικά επώδυνη έμμηνος ρύση, η μετεμμηνοπαυσιακή αιμορραγία, η μη τακτική ή ασυνήθιστα ελαφριά έμμηνος ρύση, ανωμαλίες της μήτρας, συμπεριλαμβανομένου του διαφράγματος, οι καθ’έξιν αποβολές, ο πυελικός πόνος και η αφαίρεση ενδομήτριων συσκευών όπως το αντισυλληπτικό σπείραμα (IUDs).

Με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες για την μορφολογία και το μέγεθος της ενδομητρικής κοιλότητας, καθώς επίσης και για την ποιότητα του ενδομητρίου του χώρου εμφύτευσης του εμβρύου και φιλοξενίας του κυήματος. Μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε τις σάλπιγγες και τον αυλό του τραχήλου και να ανιχνεύσουμε την ύπαρξη πολυπόδων, ουλών, ινομυωμάτων, συμφύσεων και στοιχείων φλεγμονής που συμβάλλουν στη μειωμένη λειτουργικότητα του ενδομητρίου και κατά συνέπεια στη μειωμένη γονιμότητα.

Η υστεροσκόπηση είναι μια ελάχιστα επεμβατική διαδικασία και πραγματοποιείται χωρίς τομές μέσα σε λίγα λεπτά. Ο μεταεπεμβατικός πόνος είναι αμελητέος και η ασθενής επανακτά τη φυσιολογική της δραστηριότητα την ίδια ημέρα.
Ιστορία της υστεροσκόπησης

Το 1869 ο Pantaleoni πραγματοποίησε την πρώτη υστεροσκόπηση σε άνθρωπο. Η εξέλιξη των τηλεσκοπίων με φακούς και η χρήση υγρών, ως μέσο διαστολής της ενδομήτριας κοιλότητας, έδωσαν το έναυσμα για την εξέλιξη και την καθιέρωση της υστεροσκόπησης. Η μέθοδος εξαπλώθηκε ταχύτατα την δεκαετία του ’70 με την συστηματική εφαρμογή της στην διάγνωση και στην θεραπεία ενδομήτριων παθήσεων.

Τεχνική της υστεροσκόπησης

Το υστεροσκόπιο είναι τηλεσκόπιο διαμέτρου 2,8-10 mm και με γωνίωση 0 ή 30 μοίρες. Περιβάλλεται από μεταλλικό κάλυμμα, το οποίο επιτρέπει την ροή του μέσου διαστολής της ενδομήτριας κοιλότητας και την εισαγωγή λεπτών ειδικών εργαλείων για επεμβάσεις.



Το υστεροσκόπιο συνδέεται με την πηγή ψυχρού φωτισμού με ειδικό καλώδιο οπτικών ινών και μέσω κάμερας με δέκτη (monitor) για την λήψη εικόνας. Ως μέσο διαστολής στην διαγνωστική υστεροσκόπηση χρησιμοποιείται C02 ή Na Cl 0,9% (φυσιολογικός ορός), ενώ στην επεμβατική υστεροσκόπηση, οπού συνήθως χρησιμοποιείται και ηλεκτροδιαθερμία, χρησιμοποιούνται μη ηλεκτρολυτικά και μη αγώγιμα ηγρά, όπως Sorbitol ή Glycine.

Η ασθενής τοποθετείται σε θέση λιθοτομίας και υπό γενική ή τοπική αναισθησία εισάγεται το υστεροσκόπιο διαμέσου του τραχήλου στην ενδομήτρια κοιλότητα. Γίνεται διαδοχικά επισκόπηση του τραχηλικού αυλού, πανοραμική απεικόνιση της ενδομήτριας κοιλότητας, εντοπισμός των σαλπιγγικών στομίων και ενδελεχής εξέταση όλων των παθολογικών εστιών της ενδομήτριας κοιλότητας.
Ενδείξεις της υστεροσκόπησης

Η κύρια ένδειξη της υστεροσκόπησης είναι η ανώμαλη αιμορραγία της μήτρας, όπου απαιτείται εκτίμηση της παθολογίας της ενδομήτριας κοιλότητας και αποκλεισμός κακοήθειας. Μη φυσιολογική αιμόρροια μπορεί να είναι δυσλειτουργικής αιτιολογίας ή να οφείλεται σε ύπαρξη πολυπόδων , ινομυωμάτων, ξένου σώματος(κυρίως ενδομητρίων σπειραμάτων ), σε χορήγηση ορμονικής θεραπείας υποκατάστασης σε γυναίκες μετεμηνοπαυσιακής ηλικίας, σε χορήγηση ταμοξιφαίνης ή σε παρουσία καρκίνου του ενδομητρίου. Με την υστεροσκόπηση η διάγνωση όλων αυτών των καταστάσεων γίνεται ευχερώς και με ακρίβεια υπό άμεση όραση, ενώ είναι δυνατή η εστιακή βιοψία, εάν υπάρχει ένδειξη. Η υψηλή ευαισθησία της μεθόδου της καθιέρωσαν ως τον "χρυσό κανόνα" στην διάγνωση των ενδομητρίων παθήσεων και τείνει να αντικαταστήσει την κλασική απόξεση του ενδομητρίου.

Σε περιπτώσεις υπογονιμότητας και στο πλαίσιο του ελέγχου, υπερτερεί σαφώς της υστεροσαλπιγγογραφίας με άμεση διάγνωση των ενδομήτριων συμφύσεων, διαφραγμάτων, ινομυωμάτων, πολυπόδων αλλά και εκτίμηση της κατάστασης του ενδομητρίου.

Η επεμβατική υστεροσκόπηση άνοιξε νέους ορίζοντες στην γυναικολογία. Πολύποδες, ινομυώματα τύπου Ι, ΙΙ και μερικές φορές τύπου ΙΙΙ εξαιρούνται με ασφάλεια με την χρήση ρεζεκτοσκοπίου ή υστεροσκοπικού ψαλιδιού, ενώ η νοσηρότητα είναι σημαντικά χαμηλή.

Σε περιπτώσεις συγγενών ανωμαλιών της μήτρας η υστεροσκοπική εξαίρεση των ενδομήτριων διαφραγμάτων υπερτερεί της κλασικής μητροπλαστικής. Μπορεί να γίνει με υστεροσκοπικό ψαλίδι, ακτίνες Laser, ειδικό εργαλείο versapoint ή ρεζεκτοσκόπιο. Με την ίδια τεχνική γίνεται και η λύση των ενδομήτριων συμφύσεων, εστιακών ή γενικευμένων.

Μεγάλη είναι η συμβολή της επεμβατικής υστεροσκόπησης στην αντιμέτωπιση δυσλειτουργικών μηνομητρορραγιών με την καταστροφή του ενδομητρίου. Αυτή μπορεί να γίνει με Laser ή με την βοήθεια υστεροσκοπικού ηλεκτροκαυτήρα κινούμενης μπάλας ή αγκύλης που προσαρμόζεται στο ρεσεκτοσκόπιο.

Κατά την υστεροσκόπηση και με την βοήθεια ειδικών εύκαμπτων και λεπτών οπτικών ινών μπορεί να γίνει έλεγχος του αυλού των σαλπίγγων για εκτίμηση της κατάστασης του επιθηλίου (σαλπιγγοσκόπηση). Η σαλπιγγοσκόπηση επίσης μπορεί να γίνει με την χρήση ειδικών οργάνων και σε επίπεδο εξωτερικού ιατρείου.

Επιπλοκές της υστεροσκόπησης

Επιπλοκές μπορεί να προκληθούν από τους εγχειρητικούς χειρισμούς και την είσοδο εργαλείων, αλλά και από τα υλικά διαστολής της ενδομήτριας κοιλότητας που χρησιμοποιούνται.

Ο τραυματισμός του τραχήλου και η διάτρηση της μήτρας είναι οι πιο συχνές επιπλοκές και συμβαίνουν συνήθως κατά την τυφλή είσοδο του υστεροσκοπίου στην ενδομήτρια κοιλότητα.

Φλεγμονή είναι δυνατόν να εμφανισθεί, εάν δεν τηρούνται σχολαστικά οι αρχές της ασηψίας, ενώ μετεγχειρητική αιμορραγία μπορεί να είναι αποτέλεσμα χειρισμών ή επεμβάσεων στην ενδομήτρια κοιλότητα.

Όταν χρησιμοποιείται CO2 ως μέσο διαστολής και μάλιστα με αυξημένη ροή και πίεση, μπορεί να εμφανισθεί υπερκαπνία, καρδιακή αρρυθμία, οξέωση ή ακόμη και εμβολή από αέριο. Όταν ως μέσον διαστολής χρησιμοποιούνται υγρά, μπορεί να εμφανισθούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές, κυρίως υπονατριαιμία, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε εγκεφαλικό οίδημα ή κώμα.

Υστεροσκόπηση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου